Ομιλία για τη στεγαστική κρίση στον Νότιο Τομέα Αθηνών

Καλή σας ημέρα φίλες και φίλοι,

Χαίρομαι ειλικρινά που συμμετέχω, σήμερα, σε αυτή τη συζήτηση για τη στεγαστική κρίση. Και χαίρομαι γιατί πρόκειται για ένα θέμα που δεν αφορά κάποια “ειδική κατηγορία” πολιτών. Μας αφορά σχεδόν όλους. Άλλους άμεσα, άλλους έμμεσα μέσω των παιδιών τους, των οικογενειών τους, των ανθρώπων γύρω τους.

Είναι πραγματικά ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης που έχω καθημερινά με γνωστούς, φίλους, νέους ανθρώπους, αλλά και με απλούς πολίτες που συναντώ στις γειτονιές του Νότιου Τομέα.

Και ξέρετε, έχω την αίσθηση ότι μέσα σε λίγα μόλις χρόνια άλλαξε τελείως ο τρόπος που μιλάμε για το σπίτι.

Παλιά η συζήτηση ήταν:
«Βρήκες κάτι καλό;»
«Είναι κοντά στη δουλειά σου;»
«Χωράει την οικογένεια;»

Σήμερα ακούω όλο και περισσότερο κάτι διαφορετικό:
«Δεν ψάχνουμε καλό σπίτι. Ψάχνουμε κάτι που να μπορούμε απλώς να πληρώσουμε».

Και νομίζω ότι αυτή η φράση περιγράφει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη σημερινή πραγματικότητα.

Γιατί το στεγαστικό έχει πάψει πια να αφορά μόνο ευάλωτες ομάδες ή ανθρώπους που βρίσκονται στο όριο της φτώχειας. Αγγίζει πλέον κανονικά τη μεσαία τάξη. Ανθρώπους που εργάζονται, που πληρώνουν φόρους, που έχουν σπουδάσει, που στηρίζουν την οικονομία, αλλά δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν στην οικογένειά τους μια αξιοπρεπή κατοικία.

Και ειδικά στον Νότιο Τομέα Αθηνών, αυτό φαίνεται πιο έντονα από οπουδήποτε αλλού.

Γιατί εδώ βλέπουμε καθημερινά μια πολύ μεγάλη αντίθεση.

Από τη μία πλευρά, μια περιοχή που αναπτύσσεται γρήγορα, που προσελκύει επενδύσεις, που αποκτά διεθνές ενδιαφέρον.
Και από την άλλη, ανθρώπους που αισθάνονται ότι όσο αναβαθμίζεται η περιοχή τους, τόσο δυσκολεύονται οι ίδιοι να παραμείνουν μέσα σε αυτήν.

Και αυτό που προσωπικά με ανησυχεί περισσότερο είναι ότι δεν μιλάμε απλώς για μια οικονομική πίεση. Μιλάμε για μια αίσθηση διαρκούς αβεβαιότητας.

Κάποτε το σπίτι λειτουργούσε ως σημείο σταθερότητας στη ζωή ενός ανθρώπου. Ήξερες πάνω κάτω τι μπορείς να αντέξεις, πώς να οργανώσεις τη ζωή σου, πού θα μείνεις τα επόμενα χρόνια.

Σήμερα αυτό έχει αρχίσει να γίνεται όλο και πιο ρευστό.

Μου έλεγε πριν λίγες μέρες μια κοπέλα στη Νέα Σμύρνη ότι εδώ και τέσσερις μήνες παρακολουθεί αγγελίες καθημερινά. Και σχεδόν κάθε φορά που τηλεφωνεί, είτε το σπίτι έχει ήδη δοθεί μέσα σε λίγες ώρες είτε η τιμή έχει ανέβει επειδή “υπάρχει μεγάλη ζήτηση”.

Άλλος νέος εργαζόμενος στον Άλιμο μου έλεγε ότι πληρώνει σχεδόν το 70% του μισθού του για ένα μικρό διαμέρισμα και προσπαθεί να καλύψει τα υπόλοιπα έξοδα κάνοντας δεύτερη δουλειά τα Σαββατοκύριακα.

Και αυτές δεν είναι ακραίες περιπτώσεις πλέον. Είναι συζητήσεις που ακούμε όλο και συχνότερα.

Τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα την πίεση που υπάρχει.

Το 2026, η μέση τιμή πώλησης κατοικίας στα νότια προάστια έφτασε περίπου τα 4.153 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, σημειώνοντας νέα αύξηση μέσα σε έναν μόλις χρόνο.

Την ίδια στιγμή, τα ενοίκια συνεχίζουν επίσης ανοδικά, με μέσο επίπεδο περίπου 10 ευρώ ανά τετραγωνικό, ενώ σε αρκετές περιοχές κινούνται πολύ υψηλότερα.

Στη Γλυφάδα, στη Βούλα, στη Βουλιαγμένη, οι τιμές αγοράς αλλά και ενοικίασης έχουν φτάσει σε επίπεδα που πριν λίγα χρόνια δύσκολα θα φανταζόταν κανείς για την Αθήνα.

Και βέβαια η πίεση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στις πιο ακριβές περιοχές.

Μεταφέρεται σταδιακά στον Άλιμο, στη Νέα Σμύρνη, στον Άγιο Δημήτριο, στην Καλλιθέα, ακόμα και σε γειτονιές που μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν πιο προσιτές για νέα ζευγάρια και εργαζόμενους.

Σήμερα, ένα διαμέρισμα 75 ή 80 τετραγωνικών μπορεί εύκολα να ξεπερνά τα 900 ευρώ τον μήνα. Και αν βρίσκεται κοντά σε μετρό, σε παραλιακό σημείο ή σε νεότερη κατασκευή, η τιμή ανεβαίνει ακόμη περισσότερο.

Και εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα:

Πώς μπορεί ένας νέος άνθρωπος να οργανώσει τη ζωή του όταν ένα τόσο μεγάλο μέρος του εισοδήματός του πηγαίνει αποκλειστικά στη στέγαση;

Πώς μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια;
Πώς μπορεί να κάνει σχέδια;
Πώς μπορεί να νιώσει στοιχειώδη ασφάλεια για το μέλλον;

Αυτή η συζήτηση λοιπόν δεν αφορά μόνο την αγορά ακινήτων. Αφορά συνολικά το πώς ζει μια κοινωνία.

Τι έχουμε δει τα τελευταία χρόνια;

Η ανάπτυξη της αθηναϊκής ριβιέρας έφερε σημαντικές επενδύσεις και αύξησε το ενδιαφέρον για την περιοχή. Η ανάπλαση του Ελληνικού άλλαξε συνολικά τις προσδοκίες της αγοράς. Τα ξένα επενδυτικά κεφάλαια αυξήθηκαν. Η βραχυχρόνια μίσθωση εξαπλώθηκε γρήγορα σε πολλές γειτονιές.

Όλα αυτά είχαν επίδραση στις τιμές.

Παράλληλα όμως, η χώρα δεν απέκτησε ποτέ μια ολοκληρωμένη πολιτική κατοικίας.

Για χρόνια υπήρχε η λογική ότι η οικογένεια κάπως θα καλύψει τα κενά. Ότι θα υπάρξει βοήθεια από τους γονείς, κάποιο μικρό διαμέρισμα, μια λύση “εκ των έσω”.

Μόνο που πλέον πολλές οικογένειες δυσκολεύονται να σηκώσουν και αυτό το βάρος.

Και έτσι αλλάζει σταδιακά και η σχέση των ανθρώπων με την ίδια την πόλη.

Πολλοί νέοι δεν επιλέγουν πλέον πού θέλουν να ζήσουν με βάση τη ζωή τους, τη δουλειά τους ή τη γειτονιά τους. Επιλέγουν κυρίως με βάση τι μπορούν να αντέξουν οικονομικά.

Αυτό σημαίνει μεγαλύτερες αποστάσεις, περισσότερες ώρες μετακίνησης, λιγότερο προσωπικό χρόνο, μεγαλύτερη καθημερινή πίεση.

Και τελικά αυτό επηρεάζει συνολικά την ποιότητα ζωής.

Επηρεάζει όμως και τη φυσιογνωμία των ίδιων των περιοχών. Γιατί όταν μια περιοχή γίνεται προσβάσιμη μόνο για πολύ υψηλά εισοδήματα ή αποκλειστικά για επενδυτική χρήση, αρχίζει σταδιακά να χάνει την κοινωνική της ισορροπία.

Και νομίζω ότι αυτό αρχίζει πλέον να απασχολεί πολύ κόσμο, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση.

Η συζήτηση για τη στέγη συνδέεται πια με το πώς θέλουμε να είναι οι πόλεις μας τα επόμενα χρόνια.

Με το αν οι νέοι άνθρωποι θα μπορούν να μείνουν στις περιοχές όπου μεγάλωσαν.
Με το αν οι εργαζόμενοι θα μπορούν να κατοικούν κοντά στη δουλειά τους.
Με το αν μια οικογένεια θα μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή της χωρίς διαρκή αβεβαιότητα.

Και ίσως εδώ χρειάζεται περισσότερη σοβαρότητα και λιγότερες εύκολες απαντήσεις.

Γιατί δύσκολα μπορεί να υπάρξει μία μόνο λύση που θα αλλάξει τα πάντα από τη μια μέρα στην άλλη.

Χρειάζονται περισσότερες διαθέσιμες κατοικίες.
Χρειάζεται αξιοποίηση κλειστών και ανενεργών κτιρίων.
Χρειάζονται κανόνες που να επιτρέπουν την ανάπτυξη χωρίς να εξαφανίζεται η μόνιμη κατοικία από ολόκληρες γειτονιές.
Χρειάζονται συνεργασίες ανάμεσα στο κράτος, στους δήμους και στην αγορά.

Και κυρίως χρειάζεται να αντιμετωπιστεί η κατοικία όχι μόνο ως επενδυτικό προϊόν αλλά και ως βασική κοινωνική ανάγκη.

Και το ερώτημα που νομίζω ότι έχουμε μπροστά μας είναι αν θέλουμε πόλεις ανοιχτές και ζωντανές ή πόλεις όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα αισθάνονται ότι δεν χωρούν πια.

Εμείς ως ΠΑΣΟΚ έχουμε καταθέσει σειρά προτάσεων στη δημόσια συζήτηση ακριβώς γιατί θεωρούμε ότι το στεγαστικό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά αλλά χρειάζεται μακροπρόθεσμο σχέδιο, κοινωνική στόχευση και ουσιαστικές παρεμβάσεις.