Ομιλία Παύλου Χρηστίδη, Τομεάρχη Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής στην Ειδική Διαρκή Επιτροπή της Βουλής για την παρακολούθηση του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης
Νομίζω ότι η συγκεκριμένη επιτροπή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και, ταυτόχρονα, αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία να ακούσουμε τους ανθρώπους που διαχειρίζονται προγράμματα, τα οποία αφορούν ευάλωτους συμπολίτες μας, μη προνομιούχους Έλληνες του 2026. Πρόκειται για ανθρώπους που αγωνίζονται για μια καλύτερη ζωή και εμπιστεύονται τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος έχει, διαχρονικά, οργανώσει υπηρεσίες με στόχο την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτησή τους.
Αυτό με οδηγεί, κύριε Πρόεδρε, να ξεκινήσω από ένα επίκαιρο ζήτημα που μας απασχολεί όλους. Απευθύνομαι τόσο στη Διοικήτρια όσο και στους δύο Υποδιοικητές που παρευρίσκονται σήμερα.
Το ζήτημα αφορά τους εργασιακούς συμβούλους, για τους οποίους υπάρχει σοβαρή αβεβαιότητα ως προς το μέλλον και την προοπτική τους. Πρόκειται για 727 συμπολίτες μας σε όλη τη χώρα, οι οποίοι επί σειρά ετών έχουν προσφέρει τον καλύτερό τους εαυτό. Αποτελούν ένα πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο για το ελληνικό κράτος, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή εξυπηρέτησης, παρέχοντας καθοδήγηση σε πολίτες που αναζητούν εργασία και στηρίζοντάς τους στην προσπάθειά τους να ενταχθούν ή να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας.
Η εμπειρία και η γνώση που έχουν αποκτήσει είναι αποτέλεσμα επένδυσης της πολιτείας και της κοινωνίας. Για τον λόγο αυτό, είναι υποχρέωση όλων μας, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης, να αναδείξουμε το ζήτημα της επαγγελματικής τους συνέχειας. Οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι θα μπορέσουν να συνεχίσουν να προσφέρουν, χωρίς να χαθεί η επένδυση που έχει γίνει σε αυτούς, αλλά και χωρίς να απειληθεί η εργασία τους, παρά το γεγονός ότι έχουν αποδείξει την αξία τους με απτά αποτελέσματα.
Παράλληλα, είναι αναγκαίο να υπάρξει σαφής σχεδιασμός για τις μελλοντικές διαδικασίες προσλήψεων και συμβάσεων, μέσω διαγωνισμών και προκηρύξεων που θα βασίζονται σε αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια.
Διότι, δυστυχώς, κύριε Πρόεδρε, οφείλω να επισημάνω ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρείται μια πρακτική που δεν συνάδει με τον σεβασμό προς το ΑΣΕΠ. Συγκεκριμένα, βλέπουμε περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν επιτελέσει με επιτυχία το έργο τους, οι οποίοι, αντί να επιβραβεύονται για την προσφορά και την εμπειρία τους, δεν λαμβάνουν τη δέουσα αναγνώριση στο πλαίσιο των σχετικών διαδικασιών.
Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στη ΔΥΠΑ. Εντοπίζεται και σε άλλους τομείς του δημόσιου τομέα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αυξημένη βαρύτητα της συνέντευξης, η οποία συχνά δημιουργεί δυσανάλογες επιπτώσεις στη διαδικασία προσλήψεων, υπονομεύοντας την αντικειμενικότητα και την αξιοκρατία.
Αναφέρομαι σε αυτά τα ζητήματα διότι διανύουμε μια περίοδο κατά την οποία η έννοια της αριστείας φαίνεται να αμφισβητείται στην πράξη. Παράλληλα, ανακύπτουν ζητήματα που σχετίζονται με πειθαρχικές διαδικασίες και πιέσεις προς τους εργαζομένους, γεγονός που προκαλεί εύλογο προβληματισμό. Θεωρώ σημαντικό να αναδεικνύονται και αυτές οι πτυχές, ώστε να υπάρχει μια πλήρης εικόνα της πραγματικότητας.
Παρακολουθώντας με προσοχή τη συζήτηση που προηγήθηκε, θα ήθελα να θέσω ορισμένα συγκεκριμένα ερωτήματα προς τη διοίκηση της ΔΥΠΑ, προκειμένου να αποσαφηνιστούν κρίσιμα ζητήματα για το επόμενο διάστημα.
Καταρχάς, γνωρίζω ότι υλοποιείτε μια σειρά πρωτοβουλιών που αφορούν προγράμματα απασχόλησης. Θα ήθελα να διευκρινίσετε εάν έχει θεσπιστεί μηχανισμός αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας αυτών των προγραμμάτων, ιδίως ως προς τη βιωσιμότητα των θέσεων εργασίας. Συγκεκριμένα, υπάρχει καταγραφή για το αν οι ωφελούμενοι παραμένουν στις επιχειρήσεις μετά τη λήξη της 12μηνης χρηματοδότησης από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους;
Δεύτερον, θα ήθελα να αναφερθείτε στη σημαντική απόκλιση που παρατηρείται μεταξύ των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ και της ΔΥΠΑ σχετικά με την ανεργία. Η απόκλιση αυτή δεν αφορά μόνο το μέγεθος – καθώς η μία καταγραφή εμφανίζει μονοψήφιο ποσοστό και η άλλη διψήφιο – αλλά και το γεγονός ότι δεν συναντάται σε τέτοια έκταση σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πώς εξηγείται αυτή η διαφοροποίηση;
Τρίτον, σε ό,τι αφορά τη ΔΥΠΑ και την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης, θα ήθελα να θέσω ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα, με στόχο την εξοικονόμηση χρόνου. Γνωρίζετε εάν έχει υπάρξει οποιαδήποτε πρόσκληση ή κλήση από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προς στελέχη της ΔΥΠΑ; Το ερώτημα προκύπτει από δημοσιεύματα που αναφέρονται σε ζητήματα σχετικά με προγράμματα τηλεκατάρτισης.
Στο ίδιο πλαίσιο, θα ήθελα μια σαφή απάντηση για το αν υπάρχει οποιαδήποτε εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με βάση και τα στοιχεία που φέρονται να προκύπτουν από την OLAF.
Θα ήθελα, επίσης, να σας ρωτήσω ποιο είναι το ποσοστό των ωφελουμένων που ολοκλήρωσαν την κατάρτιση και πιστοποιήθηκαν επιτυχώς. Επίσης, όπως σας ρώτησα και προηγουμένως, θα ήθελα να γνωρίζουμε αν οι ωφελούμενοι αυτοί διατήρησαν σταθερή εργασία σε ορίζοντα 6 και 12 μηνών.
Παράλληλα, θα ήθελα στοιχεία για το πρόγραμμα που αφορά τους 10.000 δικαιούχους του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και τους αστέγους, το οποίο αποτελεί τον δηλωμένο στόχο του έργου «Κοινωνική επανένταξη των πιο ευάλωτων ομάδων». Συγκεκριμένα, πόσοι από τους δικαιούχους έχουν εγγραφεί στο πρόγραμμα, πόσοι έχουν ξεκινήσει και ολοκληρώσει την κατάρτιση των 80 ωρών, πόσοι έχουν πιστοποιηθεί, πόσοι έχουν προσληφθεί με επιχορήγηση μισθού και εισφορών, και τέλος πόσοι παραμένουν σε σταθερή εργασία 6 και 12 μήνες μετά τη λήξη της επιχορήγησης.
Επιπλέον, θα ήθελα να μας δώσετε, ανά πρόγραμμα κατάρτισης, το συνολικό ποσό που έχει καταβληθεί τόσο στους ωφελούμενους όσο και στους παρόχους κατάρτισης, καθώς και σε εταιρείες πλατφορμών ψηφιοποίησης μαθημάτων, πιστοποίησης και λοιπών τεχνικών υπηρεσιών. Αν είναι εφικτό, θα ήταν χρήσιμη και μια αναλυτική κατανομή αυτών των δαπανών.
Αυτά είναι τα βασικά ζητήματα που θα ήθελα να θέσω αξιοποιώντας τον διαθέσιμο χρόνο μου.
Παράλληλα, θα ήθελα να επανέλθω στο ζήτημα της OLAF. Υπάρχει δημόσια συζήτηση που αφορά προγράμματα κατάρτισης ύψους περίπου 1,6 εκατομμυρίων ευρώ, και θα ήθελα μια σαφή τοποθέτηση ως προς το αν τα συγκεκριμένα ζητήματα έχουν απασχολήσει ή απασχολούν τις ευρωπαϊκές ελεγκτικές αρχές.
