Στις Βρυξέλλες για την Ευρωπαϊκή Κοινοβουλευτική Εβδομάδα 2026 ο Παύλος Χρηστίδης

Στη Διακοινοβουλευτική Διάσκεψη για την ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Εβδομάδας 2026, συμμετείχε ο Βουλευτής Νοτίου Τομέα Αθηνών και Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Παύλος Χρηστίδης.

Η Διάσκεψη διοργανώθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε συνεργασία με τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας και περιλάμβανε διήμερες εργασίες με Διακοινοβουλευτικές Συνεδριάσεις Επιτροπών καθώς και Συνεδριάσεις της Ολομέλειας.

Ως αρμόδιος Τομεάρχης Εργασίας, ο Παύλος Χρηστίδης συμμετείχε στις εργασίες της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (EMPL), όπου ανέπτυξε τις θέσεις του σε δύο θεματικές ενότητες: «Κανένα δίλημμα μεταξύ ανταγωνιστικότητας και ισχυρής κοινωνικής Ευρώπης για όλους» και «Δίκαιες και ανταγωνιστικές αγορές εργασίας στη διττή μετάβαση».

Καμία ανταγωνιστικότητα χωρίς κοινωνική ασφάλεια

Στην πρώτη του παρέμβαση, υπογράμμισε ότι η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης δεν μπορεί να ξεκινά από ένα κατασκευασμένο δίλημμα.

«Δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στην οικονομική δυναμική και στην κοινωνική προστασία. Αντίθετα, η μία προϋποθέτει την άλλη», τόνισε, επισημαίνοντας ότι οι πολίτες δεν αναζητούν τεχνικές απαντήσεις αλλά ουσιαστική ασφάλεια για τη ζωή τους.

«Οι πολίτες δεν μας ρωτούν για κανονισμούς και τεχνικές λεπτομέρειες. Μας ρωτούν κάτι πολύ πιο απλό: Μπορούμε να ζήσουμε με ασφάλεια; Μπορούμε να σχεδιάσουμε το μέλλον μας;», πρόσθεσε.

Ξεκαθάρισε, δε, ότι η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να μεταφράζεται σε λιγότερα δικαιώματα, μεγαλύτερη ανασφάλεια και εξαντλητικά ωράρια.

«Η Ευρώπη δεν θα γίνει πιο ανταγωνιστική επειδή θα γίνει πιο φθηνή. Θα γίνει πιο ανταγωνιστική επειδή θα γίνει πιο παραγωγική, πιο καινοτόμα, πιο δίκαιη», είπε χαρακτηριστικά.

Σημείωσε, ακόμη, ότι μια οικονομία που στηρίζεται στην εξουθένωση των εργαζομένων είναι εύθραυστη, όχι ισχυρή.

«Αντίθετα, όταν ο εργαζόμενος αισθάνεται ασφάλεια, επενδύει στις δεξιότητές του. Όταν η οικογένεια νιώθει προστατευμένη, καταναλώνει με εμπιστοσύνη. Όταν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις λειτουργούν σε σταθερό περιβάλλον, επενδύουν και δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας».

Η διττή μετάβαση πρέπει να αφορά την καθημερινότητα των ανθρώπων

Στη συζήτηση για τις δίκαιες και ανταγωνιστικές αγορές εργασίας στη διττή μετάβαση, ο Παύλος Χρηστίδης υπογράμμισε ότι οι μεγάλες αλλαγές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ένα απλό τεχνολογικό εγχείρημα.

«Η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση δεν είναι τεχνολογικό project. Είναι αλλαγή ζωής», τόνισε, φέρνοντας στο επίκεντρο την ελληνική πραγματικότητα, όπου – όπως ανέφερε – για χιλιάδες εργαζόμενους ο μισθός εξαντλείται πριν ολοκληρωθεί ο μήνας.

Έθεσε το ερώτημα πώς μπορεί να ζητείται από εργαζόμενους και οικογένειες που πιέζονται από το κόστος ζωής να επενδύσουν σε δεξιότητες και να πιστέψουν στη «μετάβαση», εάν δεν διασφαλίζεται πρώτα η οικονομική και εργασιακή τους σταθερότητα.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη στήριξη της γονεϊκότητας και της ισορροπίας επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, με πολιτικές όπως η δυνατότητα για εξ αποστάσεως εργασίας, τα κατοχυρωμένα ωράρια και οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης χωρίς απώλεια δικαιωμάτων.

Σημείωσε, επίσης, ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ο αριθμός των νέων θέσεων εργασίας, αλλά η ποιότητά τους. Αξιοπρεπείς μισθοί, καθαροί κανόνες και πλήρη δικαιώματα.

«Μια πράσινη και ψηφιακή Ευρώπη οφείλει να είναι πρώτα απ’ όλα κοινωνικά δίκαιη. Αλλιώς, δεν θα είναι μετάβασηθα είναι απόσταση», κατέληξε.

Μια ισχυρή Ευρώπη στηρίζει τους εργαζόμενους

Σε συνέχεια των παρεμβάσεών του, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ συμμετείχε και στη Σύνοδο της Ολομέλειας με θέμα «Επένδυση στο μέλλον της Ευρώπης: ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας και κοινωνική συνοχή» και κεντρικό ομιλητή τον νομπελίστα οικονομολόγο Χριστόφορο Πισσαρίδη.

Εκεί επανέφερε στο επίκεντρο τη σύνδεση της ευρωπαϊκής πολιτικής με την καθημερινή αγωνία των πολιτών για ασφάλεια και προοπτική.

Αναφερόμενος στην ελληνική πραγματικότητα, σημείωσε ότι, «παρά τις εξαγγελίες για ανάπτυξη και ψηφιακό μετασχηματισμό, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται, οι εργαζόμενοι βιώνουν ανασφάλεια και οι οικογένειες αβεβαιότητα».

Έθεσε κρίσιμα ερωτήματα για το πώς οι μεταρρυθμίσεις θα φτάνουν ουσιαστικά στους ανθρώπους, πώς η τεχνητή νοημοσύνη θα αξιοποιηθεί χωρίς νέες ανισότητες και πώς η ανάπτυξη θα διασφαλίζει αξιοπρέπεια και σταθερότητα.

Τόνισε, τέλος, εκ νέου ότι η κοινωνική συνοχή δεν είναι εμπόδιο αλλά προϋπόθεση της ανταγωνιστικότητας, καθώς «μια Ευρώπη πραγματικά ισχυρή είναι εκείνη που στηρίζει τον εργαζόμενο, την οικογένεια και τη μικρή επιχείρηση με σταθερούς κανόνες και δικαιοσύνη».